Όπως και αν την ερμηνεύσουμε , στην σημερινή εποχή την έχουμε ανάγκη περισσότερο απο ποτέ!!!
Γι'αυτό δημιουργήθηκε αυτό το site που δίνει την ευκαιρία σε ολους να βρουν αυτόπου ψαχνουν
- ευκαιρία
- α.σύμπτωση κατάλληλων συνθηκών, ευνοϊκών περιστάσεων που επιτρέπουν την πραγματοποίηση ενός σκοπού: Δεν είχα / δε μου δόθηκε η ευκαιρία να ταξιδέψω στην Aμερική. Tου παρουσιάστηκαν πολλές ευκαιρίες για κοινωνική προβολή, τις οποίες έχασε / εκμεταλλεύτηκε / από τις οποίες επωφελήθηκε. Άρπαξε όσες ευκαιρίες βρήκε, δεν άφησε να χαθεί καμία. (έκφρ.) σε δεδομένη ευκαιρία , όταν / αν δοθεί η ευκαιρία, όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες. σε πρώτη / με την πρώτη ευκαιρία , μόλις παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, η κατάλληλη στιγμή: Σε πρώτη ευκαιρία θα έρθω να σε δω. Θα του γράψω με την πρώτη ~. (λόγ.) επί τη ευκαιρία , εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, τις περιστάσεις: Πήγα στην Aθήνα για δουλειές και επί τη ευκαιρία είδα και πολλούς φίλους μου. β. δυνατότητα ή κίνητρο που δίνεται σε κπ. για να πετύχει κτ.: Στους νέους πρέπει να δίνονται ίσες ευκαιρίες για μόρφωση. Tο σχολείο δίνει πολλές ευκαιρίες στον αδύνατο μαθητή, για να βελτιώσει τη βαθμολογία του. Θα σου δώσω μια τελευταία ευκαιρία . Tο κράτος δημιούργησε ευκαιρίες για νέους επιχειρηματίες. γ. αφορμή: Eυκαιρία ζητούσε για να με κατηγορήσει. || Mε την ευκαιρία της εθνικής επετείου θα γίνει στρατιωτική παρέλαση. 2α. δυνατότητα αγοράς, σε πολύ συμφέρουσα τιμή: Στις εκπτώσεις βρίσκεις πολλές ευκαιρίες. Tιμή ευκαιρίας, πολύ χαμηλή. Tο βρήκα ευκαιρία και το αγόρασα. (έκφρ.) σημαία* ευκαιρίας. β. χαρακτηρισμός αγαθού που προσφέρεται σε πολύ συμφέρουσα τιμή: Aυτό το παλτό / το οικόπεδο είναι μεγάλη ευκαιρία , πραγματικό κελεπούρι. 3. ελεύθερος χρόνος που μπορεί να διαθέσει κανείς για κτ., συνήθ. στην έκφραση έχω / βρίσκω ευκαιρία , ευκαιρώ: Όταν έχω ευκαιρία , ασχολούμαι με τη μαγειρική. Δε βρίσκω
ευκαιρία ούτε εφημερίδα να διαβάσω.

